Χρήστος Χωμενίδης
Τα Νέα, 07/11/2020

«Τρώγε το φαϊ σου, αγάπα το κελί σου, διάβαζε πολύ!». Μία από τις ελάχιστες φράσεις του Νίκου Ζαχαριάδη που αποδείχθηκε σωστή σε βάθος χρόνου. Απευθυνόταν στους φυλακισμένους συντρόφους του. Το να είσαι βέβαια κομμουνιστής κατά το Μεσοπόλεμο, το να πιστεύεις ακράδαντα ότι «ψηλά στης Ρουσσίας τα χιόνια» οικοδομείται ένας θαυμάσιος καινούργιος κόσμος, ελεύθερος από κάθε αδικία και εκμετάλλευση, σε προίκιζε με υπεράνθρωπη σχεδόν ψυχική δύναμη. Δικαίωνε εκ των προτέρων όλες τις θυσίες σου.

Ενώ ο δικός μας εγκλεισμός τι είναι; Ένα κατενάτσιο, ένας πόλεμος φθοράς με τον καταραμένο κορονοϊό, ένα ροκάνισμα του χρόνου ώσπου το Ιππικό -συγγνώμη, η ιατρική επιστήμη εννοούσα- να επελάσει και να μας σώσει.

Τον Μάρτιο όλα φάνταζαν αλλιώς. Κυρίως επειδή ήταν πρωτόγνωρα και είχαν εξελιχθεί ραγδαία. Για πότε πρωτακούσαμε για τον Covid 19; Για πότε κηρύχθηκε ο πλανήτης σε κατάσταση πανδημίας; Για πότε επιβλήθηκε στην Ελλάδα καραντίνα;

Είδαμε τότε το λοκ ντάουν ως ευκαιρία για να αποτοξινωθούμε από τη ρουτίνα μας, από των σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία. Μάς καλλιεργήθηκε, καλλιεργήσαμε κι εμείς οι ίδιοι στους εαυτούς μας, ένα πνεύμα ηρωισμού. Αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπο. Διαθέταμε -να το λέμε- και αρκετό λίπος ώστε να την κουτσοβγάλουμε καθαρή. Έφτανε και η άνοιξη, ακολουθούσε και το καλοκαίρι όταν κάποιοι ελπίζαμε πως ο ιός -το μικροσκοπικό, αιωρούμενο, εισπνεόμενο υπόθετο με τα εν δυνάμει θανατηφόρα αποτελέσματα- θα μαραινόταν απ’τον ήλιο τον ηλιάτορα.

Τον Νοέμβριο, στο δεύτερο και ισχυρότερο κύμα, η κόπωση και η αμφιβολία καθρεφτίζεται στα μάτια πάνω από τις μάσκες. Θρηνούμε τώρα τα μεροκάματα που χάνουμε. Συμπάσχουμε με τους συμπολίτες μας που πλήττονται δεινότερα, τους παραστατικούς καλλιτέχνες, τους επαγγελματίες της εστίασης, το λιανεμπόριο. Αναρωτιόμαστε – ενδόμυχα, ψιθυριστά ή φωναχτά- πόσο θα διαρκέσει όλο αυτό και πού θα καταλήξει. Αναγνωρίζουμε το δίκιο των εφήβων, που οι ορμόνες τους στήνουν χορό κι εμείς -σαν χωροφύλακες παλαιάς εποχής- πρέπει να τους κρατάμε μαντρωμένους.

Τις προάλλες τόσο απηύδησα προσωπιδοφόρος που βρήκα ένα απόμερο παγκάκι, έβγαλα τον φερετζέ μου, άφησα κατά μέρους το ατμοτσίγαρο και ρούφηξα μέχρι τα φυλλοκάρδια ένα σέρτικο. Η ψυχοτρόπος νικοτίνη μού έδωσε κουράγιο για να συμμορφωθώ ξανά με τους κανονισμούς.

Θα ζήσουμε, θείε Βάνια! Θα πειθαρχήσουμε και σε αυτό το λοκ-ντάουν με τον νου μας στα νοσοκομεία, στους άρρωστους και στους υγειονομικούς. Θα ανατείλει η μέρα που θα βουτάμε τις μάσκες μέσα στα αντισηπτικά και θα τους βάζουμε φωτιά, όπως έκαιγαν κάποτε οι φεμινίστριες τα σουτιέν τους. Έως τότε όμως πώς θα αντέξουμε;

«Τρώγε το φαϊ σου, αγάπα το κελί σου, διάβαζε πολύ!»
Όχι, μην το ρίξεις στο φαϊ. Τα ρούχα σου την ημέρα της απελευθέρωσης πρέπει να σε χωράνε.

Ναι, αγάπα το σπίτι σου κι ας έχει καταντήσει κελί. Το ξέρω, είτε σε πενήντα είτε σε εκατόν πενήντα τετραγωνικά, είτε με θέα στον ακάλυπτο είτε με βεραντάρα νοιώθεις έγκλειστος. Ο εφιάλτης σου είναι πως κάποια μέρα θα στείλεις ένα sms στο 13033 κι ότι το κράτος θα σού απαντήσει «λυπάμαι, δεν σάς δίνω άδεια εξόδου.» Τρέμεις επίσης μην από τον υπερβολικό συγχρωτισμό φτάσεις να σιχαθείς το λατρευτό σου ταίρι. Μη γίνεις ό,τι ανέκαθεν σιχαινόσουν: υστερική μητέρα, κακοποιητικός πατέρας. Σφίξε τα δόντια, άλλοι επέζησαν μες σε σωσίβιες λέμβους καταμεσίς του παγωμένου ωκεανού.

Ναι, διάβαζε πολύ! Σε αντίθεση με την τετριμμένη ρήση, δεν ισοδυναμεί μια εικόνα με χίλιες λέξεις. Από μια λέξη -σωστά, μαεστρικά τοποθετημένη στη σελίδα- μπορούν να ξεπηδήσουν χίλιες εικόνες.

Το μόνο που εν αφθονία διαθέτεις στην καραντίνα είναι χρόνος. Ό,τι σού έλειπε για να ανοίξεις τα αριστουργήματα του λογοτεχνικού κανόνα. Τα βιβλία-τούβλα. Η «Άννα Καρένινα» σε περιμένει. Το «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο», καλή ώρα, του Προυστ σού χαμογελάει πολλά υποσχόμενο από το ράφι ή από την ιστοσελίδα του ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου. «Ο Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες» του Μούζιλ επίσης, αρκεί να αποφύγεις την ταύτιση μαζί του. Να μη μιλήσουμε για τους εγχώριους αδάμαντες. Την «Αργώ» του Θεοτοκά. Τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Τσίρκα. Ίσως να βυθιστείς ξανά στον επικό κόσμο του «Γιούγκερμαν»;

Εάν προτιμάς τη μικρότερη φόρμα και τα πιο σύγχρονα αναγνωσμάτα, μην ήρθε η ώρα να απολαύσεις τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη; Τη Ρούλα Γεωργακοπούλου; Τον Δημοσθένη Παπαμάρκου; Ανθοφορεί, ξέρεις, η νεότερη γενιά των πεζογράφων μας! Από τον Χρίστο Κυθρεώτη και την Κάλλια Παπαδάκη, μέχρι τον Μάκη Τσίτα, τον Γιάννη Παλαβό και την Αλεξάνδρα Κ. Ποτέ ξανά στο παρελθόν δεν συνομιλούσαν τόσο καίρια με τα διεθνή ρεύματα, με τη δική μας κυρίως πραγματικότητα.

Από την καραντίνα θα βγούμε σοφότεροι. Είναι το μόνο βέβαιο.