Cretalive.gr
7 Οκτωβρίου 2020

Στην εγχώρια πολιτική η στοχοπροσήλωση σε στρατηγικές μακράς πνοής δεν συνηθίζεται. Αντιθέτως, επικρατούν οι μικροπολιτικές ανησυχίες και οι ψηφοθηρικές πρακτικές. Βέβαια, στη σύγχρονη ιστορία δεν είναι σπάνια τα παραδείγματα εκείνων, με κορυφαίο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που κατάφεραν πολλά. Και τούτο διότι έθεταν και επικεντρώνονταν σε συγκεκριμένους στόχους. Δεν ακολουθούσαν τη Μίκρο αλλά τη Μάκρο αντίληψη.

Ο Κώστας Σημίτης, αναμφίβολα, ανήκει σε αυτούς που διακρίνονταν για την προσήλωσή τους στην επίτευξη μακροπρόθεσμων και μετρήσιμων εθνικών στόχων. Κάτι που του αναγνωρίζουν όλοι. Αναλαμβάνοντας την πρωθυπουργία, ήξερε τι ήθελε. Το σχέδιό του ήταν να «μετακινήσει» την Ελλάδα από τη βαλκανική της θέση στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Η συμμετοχή μας στην ΟΝΕ έδειξε ότι το πέτυχε. Μαζί, ασφαλώς, με τις συνακόλουθες επιδιώξεις του: Υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, έργα υποδομής, αναβάθμιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με κορύφωση τη Συμφωνία του Ελσίνκι και τη βελτίωση του κλίματος ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς και την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όλα αυτά δεν τα ανακαλώ τυχαία στη μνήμη μου. Τα μνημονεύω γιατί οι απόψεις του έχουν πάντα ξεχωριστή βαρύτητα. Άλλωστε, οι δημόσιες παρεμβάσεις του είναι ουσιαστικές και καλά θεμελιωμένες, ακόμη κι αν κανείς διαφωνεί ή διατυπώνει ενστάσεις. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ήταν ο μόνος, ο οποίος το 2008, μιλώντας στη Βουλή, προέβλεψε την υπαγωγή της χώρας μας στο ΔΝΤ. Γεγονός που επιβεβαιώθηκε δύο χρόνια μετά. Το ίδιο έπραξε και πέρυσι, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για νέα Ίμια από τη γείτονα. Η κλιμάκωση της έντασης στο Αιγαίο αποκαλύπτει την έξαρση της τουρκικής επιθετικότητας.

Έτσι και σήμερα αξίζει να προσέχουμε τα όσα υποστηρίζει, με τη συχνή του αρθρογραφία. Όπως οι θέσεις που διατύπωσε πρόσφατα στην Καθημερινή της Κυριακής. Αναμφίβολα οι κρίσεις του για τα μείζονα ζητήματα της χώρας και της οικονομίας έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Μεταξύ αυτών αναφέρεται σε ένα θέμα για το οποίο η πολιτική τάξη δεν δείχνει τη δέουσα σημασία. Η εξάρτηση από τον λιγνίτη για τους περισσότερους περνάει απαρατήρητη. Είτε γιατί δεν επιδεικνύουμε την απαραίτητη ευαισθησία για την προστασία του περιβάλλοντος και την ποιότητα της ζωής μας. Είτε επειδή τα επιχειρηματικά συμφέροντα στον συγκεκριμένο χώρο εμμένουν στα ρυπογόνα καύσιμα.

Ο πρώην πρωθυπουργός επικαλείται τα άλματα των προηγμένων χωρών της Ευρώπης στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, στις οποίες η Ελλάδα όχι μόνο υστερεί, αλλά δυσκολεύεται να προχωρήσει. Μάλιστα, κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις αντιδράσεις κάποιων στην Κρήτη για την αιολική ενέργεια, που φτάνουν στο σημείο να καταστρέφουν ανεμογεννήτριες.

Χωρίς να μασάει τα λόγια του τονίζει πως η Πολιτεία και τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να στηρίξουν τη στροφή στις ΑΠΕ, ενημερώνοντας τους πολίτες για την αναγκαιότητα πραγματοποίησης έργων αιολικής ενέργειας. Και παράλληλα, πληροφορώντας τους εργαζόμενους στα λιγνιτωρυχεία πως υπάρχει η δυνατότητα αξιοποίησης ευρωπαϊκών προγραμμάτων, προκειμένου να προστατεύσουν το εισόδημά τους.

Το χειρότερο είναι -προσθέτει ο Κώστας Σημίτης- ότι πέρα από την ενεργειακή της υστέρηση η χώρα καταβάλλει υψηλά πρόστιμα εξαιτίας της άρνησής μας να εφαρμόσουμε τις διεθνείς συνθήκες για τον περιορισμό της λιγνιτοπαραγωγής. Επικαλούμενος δε Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι η μη προσαρμογή μας στην κλιματική αλλαγή θα κοστίσει 701 δις ευρώ μέχρι το 2100.

Μήπως, λοιπόν οι ποικιλώνυμοι εκπρόσωποι της πολιτικής τάξης, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι, οφείλουν να αντιληφθούν ότι η Ελλάδα είναι ανάγκη, έστω και τώρα, να επενδύσει στα συγκριτικά της πλεονεκτήματα αντί να αναλώνονται σε μικροπολιτικές, ανούσιες και απολίτικες αντιπαραθέσεις; Και βεβαίως, οι θεσμικοί παράγοντες της Αυτοδιοίκησης ήρθε ο καιρός να καταλάβουν ότι λειτουργώντας ως ‘ψηφοσυλλέκτες’, το μοναδικό που επιτυγχάνουν είναι να κρατούν τον τόπο τους στην υπανάπτυξη.

Όποιος βιώνει τα παραγωγικά, οικονομικά, αναπτυξιακά και ενεργειακά αδιέξοδα στην περιοχή του, εύλογα αναρωτιέται τι εξυπηρετούν οι φωνές και τα συνθήματα του τύπου «Καθαρά βουνά χωρίς αιολικά». Αλήθεια πιστεύει κανείς αφελώς σκεπτόμενος ότι τα ρυπογόνα καύσιμα είναι καθαρά; Πραγματικά θεωρεί ότι οι ανεμογεννήτριες μολύνουν το περιβάλλον; Μάλλον πρόκειται για σύγχυση και παρωχημένη ιδεοληψία – αν δεν συμβαίνει κάτι άλλο.

Πάντως, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να θέλει να κάνει τη διαφορά. Δεν είναι τυχαίο ότι επιμένει στο φιλόδοξο πρόγραμμα της απολιγνιτοποίησης. Αρκεί βέβαια να πείσει τους συνοδοιπόρους του και εκείνα τα γαλάζια στελέχη που δεν μπορούν να ξεκολλήσουν από τις συντηρητικές και αναχρονιστικές συνταγές.

Η δε αντιπολίτευση δεν είναι τόσο «πράσινη». ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ φαίνεται να «τραβάνε ζόρι» με τον λιγνίτη, υπερασπιζόμενα έναν τρόπο παραγωγής ενέργειας, ο οποίος επιβαρύνει δραστικά το περιβάλλον. Η σπουδή τους για τους εργαζόμενους στις λιγνιτικές μονάδες περισσότερο αποκαλύπτει ψηφοθηρία και λαϊκισμό. Την ώρα που σοβαρές οικολογικές οργανώσεις, όπως η WWF, υποστηρίζουν σθεναρά την απολιγνιτοποίηση.

Η πράσινη ανάπτυξη είναι η στρατηγική απάντηση στο υπαρκτό έλλειμμα βιωσιμότητας που αντιμετωπίζει η χώρα και η οικονομία της. Αποτελεί μια ρεαλιστική πρόταση, η οποία εδράζεται στην αξιοποίηση των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων για να υπερβούμε την παραγωγική, οικονομική και αναπτυξιακή μας υστέρηση.